ἑταῖρος

ἑταῖρ-ος, [dialect] Ep. and [dialect] Dor. also [full] ἕγᾰρος, Cleobul. ap. D.L.1.93, A.Pers. 988 (lyr.), :—
A comrade, companion, in Hom. esp. of the followers of a chief, comrades-in-arms, Il.1.179, al.; messmate, 17.577 ; fellowslave, Od.14.407, al.: joined with ἀνήρ, 8.584, Hdt.5.95, Antipho 1.18 ; later, as a term of address,

φίλ' ἑταῖρε Thgn.753

, cf. Pl.Grg. 482a ; ὦταῖρε Scol. ap. Ar.V.1238, cf.Ev.Matt.20.13, al.: c. gen., δᾳιτὸς ἑταῖρε partner of my feast, h.Merc.436 ; νυκτὸς ἑ. ib.290 ; πόσιος καὶ βρώσιος ἑταῖροι messmates, Thgn.115 ;

ἑ. ἐν πρήγματι Id.116

.
2 metaph., of things, ἐσθλὸς ἑταῖρος, of a fair wind, Od.11.7, 12.149 ;

φθόνος κενεοφρόνων ἑ. Pi.Fr.212

;

γέλως ἑ. ὕβρεων Plu.2.622b

: c. dat.,

βίον..τὸν σοφοῖς ἕταρον AP7.470

(Mel.).
3 pupil, disciple, e.g. of Socrates, X.Mem.2.8.1, al., cf. Arist.Pol.1274a28 ;

Λεύκιππος καὶ ὁ ἑ. αὐτοῦ Δημόκριτος Id.Metaph.985b4

: pl., fellow-pupils, Poll.4.45.
4 of political partisans (cf.

ἑταιρεία 1.2

), Lys.12.43
, Th.8.48 ; οἱ περὶ αὐτὸν ἑ. his club-mates, D.21.20.
5 members of a religious guild, OGI573.1 (Cilicia, Jewish).
6 rarely of lovers, Semon.7.49, Ar.Ec.912 (lyr.).
7 ἑταῖροι, οἱ, the guards, i.e. the cavalry of the Macedonian kings, Theopomp.Hist.217, Anaximen.Lamps. ap.Harp. s.v. πεζέταιρος, Arr.An.3.16.11, etc.; to be distinguished from the king's immediate retinue (cf. supr. 1), Theopomp. l.c., Arr. An.2.12.6, al.; of the Comites of the Roman Emperor, Βαρβίλλῳ τῷ ἐμῷ ἑτέρῳ (sic) PLond.1912.105 (Epist. Claudii), cf.SIG798.6 (Cyzicus, i A. D., pl.).
8 as Adj., associate of,

τὸ ἐπιθυμητικὸν ἡδονῶν ἑ. Pl.R.439d

: [comp] Sup., τοῖς σεαυτοῦ ἑταιροτάτοις your closest companions, Id.Grg.487d, cf. Phd.89e, D.Chr.1.44
; σαργῶν γένος πέτρῃσιν ἑ. constant to the rocks, Opp.H.4.267 : abs., of animals, gregarious, Id.C.2.325.
II [full] ἑταίρα, [dialect] Ion. [full] ἑταίρη, [dialect] Ep. [full] ἑτάρη [pron. full] [ᾰ], , companion,

Ἔρις..Ἄρεος..κασιγνήτη ἑτάρη τε Il.4.441

;

Λάτω καὶ Νιόβα μάλα μὲν φίλαι ἦσαν ἔ. Sapph.31

, cf. 11 ;

φύζα, φόβου κρυόεντος ἑ. Il.9.2

;

φόρμιγξ.. ἣν ἄρα δαιτὶ θεοὶ ποίησαν ἑ. Od.17.271

, cf. h.Merc.478 ;

Νίκην, ἣ χορικῶν ἐστιν ἑ. Ar.Eq.589

;

μιμητικὴ..τῷ ἐν ἡμῖν ἑ. καὶ φίλη ἐστί Pl.R.603b

; Ποσειδάωνος ἑ., of a submerged city, Call.Del.101.
2 courtesan, Hdt.2.134, Ar.Pl.149, Ath.13.567a,571d, etc.; opp. πόρνη (a common prostitute), Anaxil.22.1 ; opp. γαμετή, Philetaer.5 ; Ἀφροδίτη ἑ. Apollod.Hist.17.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑταῖρος — comrade masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εταίρος — ο, θηλ. εταίρα (ΑΜ ἑταῑρος, θηλ. ἑταίρα, Α ιων., επικ. και δωρ. τ. ἕταρος, θηλ. ιων. τ. ἑταίρη, επικ. τ. ἑτάρη) 1. ο σύντροφος, ο φίλος 2. ο συνεταίρος 3. μέλος πολιτικού συλλόγου ή φατρίας 4. θηλ. η εταίρα πόρνη νεοελλ. (νομ.) αυτός που μετέχει… …   Dictionary of Greek

  • εταίρος — [этэрос] ουσ. а. член объединения …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εταίρος — ο 1. σύντροφος, οικείος, φίλος. 2. αυτός που είναι μέτοχος, μέλος εταιρείας, συνεταίρος: Δε συμφωνούν όλοι οι εταίροι για την επέκταση της επιχείρησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑταιροτάτων — ἑταῖρος comrade fem gen pl ἑταῖρος comrade masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταίρω — ἑταῖρος comrade masc nom/voc/acc dual ἑταῖρος comrade masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτάρω — ἑταῖρος comrade masc nom/voc/acc dual (epic ionic) ἑταῖρος comrade masc gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιροτάτοις — ἑταῖρος comrade masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιροτάτους — ἑταῖρος comrade masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταιρότατος — ἑταῖρος comrade masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑταῖρε — ἑταῖρος comrade masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.